ΧΜμμμμ
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014
Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013
Θρασύς....
Ο μπάρμπα Γιώργης ήταν αεικίνητος και με πολλές κοινωνικές γνωριμίες στην ευρύτερη περιοχή.
Με πολλούς ανθρώπους συναναστρεφόταν ,σε πλειάδα καταστάσεων έμπλεκε....
΄Ομως , όπως ήταν σβέλτος ,ήταν και αίλουρος.
Και στα δύσκολα, εύστροφος και θρασύς.
Κάποια φορά, πριν πολλά-πολλά χρόνια, είχε ''συνευρεθεί'' κάποιος με μια από το χωριό και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης (μάλλον) ,της έβαλε στην τσέπη ένα δεκάρικο (δέκα δραχμές).
Για κάποιο λόγο αυτό διέρρευσε.
Τι διέρρευσε δηλαδή ,έγινε βούκινο σ' όλη την περιοχή....
Τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν με τις συνεπακόλουθες επαυξήσεις, για να είναι πιο γαργαλιστικές οι πληροφορίες.
Με πολλούς ανθρώπους συναναστρεφόταν ,σε πλειάδα καταστάσεων έμπλεκε....
΄Ομως , όπως ήταν σβέλτος ,ήταν και αίλουρος.
Και στα δύσκολα, εύστροφος και θρασύς.
Κάποια φορά, πριν πολλά-πολλά χρόνια, είχε ''συνευρεθεί'' κάποιος με μια από το χωριό και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης (μάλλον) ,της έβαλε στην τσέπη ένα δεκάρικο (δέκα δραχμές).
Για κάποιο λόγο αυτό διέρρευσε.
Τι διέρρευσε δηλαδή ,έγινε βούκινο σ' όλη την περιοχή....
Τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν με τις συνεπακόλουθες επαυξήσεις, για να είναι πιο γαργαλιστικές οι πληροφορίες.
Η κυρά - Τασιά Κουρεμένου
Στις ρίζες του δένδρου των αναμνήσεων υπάρχει μια θολή, αλλά πολύ έντονη θύμηση-κειμήλιο.
Παιδάκι εγώ, γύρω στα τρία, είχα επισκεφθεί την προγιαγιά μου στην σπιτοκαθησιά της.
Στο σπίτι του Σωτήρου του γιου της, όπου γεροκομιότανε.
Εκεί είχε μια καμαρούλα και θυμάμαι, ότι την βρήκα ''γερτή'' στο κρεβάτι της.
Με καλωσόρισε , με αγκάλιασε και με φίλησε, δείχνοντάς μου την αγάπη πλέρια.
΄Ημουνα εξάλλου το πρωτοδισέγγονό της...
Κάποια στιγμή θέλησε να με φιλέψει .
΄Εβγαλε ,κρυφά, κάτω από το κρεβάτι ένα τσίγκινο κουτί και το άνοιξε.
Είχε μέχρι πάνω ζάχαρη.
΄Εχωσε τα ροζιασμένα δάκτυλά της μέσα στην ζάχαρη, ψαχούλεψε για λίγο και βρήκε κάτι κρυμμένες καραμέλες και μου τις έδωσε.
Μια γλυκειά σκηνή ,που χαράχτηκε στο παιδιάστικο μυαλό μου και πετάγεται μπροστά μου, κάθε φορά που βλέπω καραμέλες ή τσίγκινο κουτί με ζάχαρη....
Η γρια Κουρεμέναινα....
Παιδάκι εγώ, γύρω στα τρία, είχα επισκεφθεί την προγιαγιά μου στην σπιτοκαθησιά της.
Στο σπίτι του Σωτήρου του γιου της, όπου γεροκομιότανε.
Εκεί είχε μια καμαρούλα και θυμάμαι, ότι την βρήκα ''γερτή'' στο κρεβάτι της.
Με καλωσόρισε , με αγκάλιασε και με φίλησε, δείχνοντάς μου την αγάπη πλέρια.
΄Ημουνα εξάλλου το πρωτοδισέγγονό της...
Κάποια στιγμή θέλησε να με φιλέψει .
΄Εβγαλε ,κρυφά, κάτω από το κρεβάτι ένα τσίγκινο κουτί και το άνοιξε.
Είχε μέχρι πάνω ζάχαρη.
΄Εχωσε τα ροζιασμένα δάκτυλά της μέσα στην ζάχαρη, ψαχούλεψε για λίγο και βρήκε κάτι κρυμμένες καραμέλες και μου τις έδωσε.
Μια γλυκειά σκηνή ,που χαράχτηκε στο παιδιάστικο μυαλό μου και πετάγεται μπροστά μου, κάθε φορά που βλέπω καραμέλες ή τσίγκινο κουτί με ζάχαρη....
Η γρια Κουρεμέναινα....
...Ματιασμένος !
Ο μπάρμπα Γιώργης δεν ήταν κι ο πιο εύκολος άνθρωπος.
Είχε συμπάθειες και αντιπάθειες στο χωριό.
Τις υποθέσεις του τις διεκπεραίωνε με απέραντο εγωισμό.
Δεν ήταν διαλλακτικός, σε ό,τι είχε, να κάνει, με τα συμφέροντά του.
Τα έλυνε τα θέματα με απολυτότητα και με την ορμή του ...κριαριού.
Πολλές φορές έκανε και λάθη.
Είχε όμως ένα τρόπο να ελίσσεται,χωρίς να κάνει πίσω ή να παραδεχτεί το λάθος του.
Επιστράτευε την ετοιμολογία του και την σπάνια εξυπνάδα του,για να περάσει και την πιο μεγάλη προσβολή.
Κάποτε κάποιος συγχωριανός, που είχε μάθει κάτι και του ''είχε κρατούμενα'' ,όταν τον συνάντησε στο δρόμο, τον έφτυσε στα μούτρα.
Ο μπάρμπα Γιώργης ήξερε το σφάλμα του , αλλά έπρεπε και για να προσπεράσει την προσβολή, που του έκανε με το φτύσιμο.
Του είπε λοιπόν...''.Σε 'φχαρστώ. Καλά μου κάνεις, γιατί ήμουνα ματιασμένος. !!!''
Τέτοια ευστροφία είχε...
Είχε συμπάθειες και αντιπάθειες στο χωριό.
Τις υποθέσεις του τις διεκπεραίωνε με απέραντο εγωισμό.
Δεν ήταν διαλλακτικός, σε ό,τι είχε, να κάνει, με τα συμφέροντά του.
Τα έλυνε τα θέματα με απολυτότητα και με την ορμή του ...κριαριού.
Πολλές φορές έκανε και λάθη.
Είχε όμως ένα τρόπο να ελίσσεται,χωρίς να κάνει πίσω ή να παραδεχτεί το λάθος του.
Επιστράτευε την ετοιμολογία του και την σπάνια εξυπνάδα του,για να περάσει και την πιο μεγάλη προσβολή.
Κάποτε κάποιος συγχωριανός, που είχε μάθει κάτι και του ''είχε κρατούμενα'' ,όταν τον συνάντησε στο δρόμο, τον έφτυσε στα μούτρα.
Ο μπάρμπα Γιώργης ήξερε το σφάλμα του , αλλά έπρεπε και για να προσπεράσει την προσβολή, που του έκανε με το φτύσιμο.
Του είπε λοιπόν...''.Σε 'φχαρστώ. Καλά μου κάνεις, γιατί ήμουνα ματιασμένος. !!!''
Τέτοια ευστροφία είχε...
Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013
Φοβούνται ωρέ, οι Κουρεμενέοι ;
Κάποια φορά θέλησα , μεγάλος πια, να κάνω πλάκα στον μπάρμπα Γιώργη, τον παππού μου, ενθυμούμενος τα λόγια ,που μου είχε πεί ο θείος Σωτήρος στην πρωτόλεια μύηση ,στο ''τσαγανό'' και στην αφοβία της οικογένειας.
Του λέω λοιπόν με ύφος σοβαρό.
Τελικά ''φοβούνται οι Κουρεμενέοι ;''
Πετάχθηκε πάνω σαν ελατήριο.
Του λέω λοιπόν με ύφος σοβαρό.
Τελικά ''φοβούνται οι Κουρεμενέοι ;''
Πετάχθηκε πάνω σαν ελατήριο.
Ο μπάρμπα Σωτήρος κι εγώ ....μπουχός !
΄Ενα από τα τρία αδέλφια του μπάρμπα Γιώργη ήταν ο Σωτήρος. Ο άλλος ήταν παπάς.
Ο θείος Σωτήρος ήταν καλόγνωμος άνθρωπος, ευγενική ψυχή με πολύ χιούμορ.
Στο σπίτι του στην Χωτούσα έμενε και η μάνα του, μια πολλή καλή και χιλιοβασανισμένη γριούλα.
Κάποια φορά , μικρό παιδάκι εγώ πρώτης Δημοτικού ,είχα πάει για καλοκαίρι στην Χωτούσα κι έπαιζα με τα άλλα παιδιά στην αυλή του σχολείου.
Απόγευμα ήταν και όπως σταμάτησε το λεωφορείο από την Τρίπολη ,είδα τον μπάρμπα μου, αδελφό του πατέρα μου και μπήκα μέσα στο λεωφορείο, να τους χαιρετήσω.
Ο μπάρμπας ερχόταν με την ετοιμόγεννη θειά μου από τον γιατρό και μου λέει,'' έλα ,κάτσε να πάμε στο Μπεντένι.
Το λεωφορείο θα μας πάει μέσα στο σπίτι''.
Χαρούμενος εγώ για την βόλτα έκατσα στο λεωφορείο.
Κατεβήκαμε στο ΄Αγαλι και το πήραμε με τα πόδια για το Μπεντένι.
Ο θείος Σωτήρος ήταν καλόγνωμος άνθρωπος, ευγενική ψυχή με πολύ χιούμορ.
Στο σπίτι του στην Χωτούσα έμενε και η μάνα του, μια πολλή καλή και χιλιοβασανισμένη γριούλα.
Κάποια φορά , μικρό παιδάκι εγώ πρώτης Δημοτικού ,είχα πάει για καλοκαίρι στην Χωτούσα κι έπαιζα με τα άλλα παιδιά στην αυλή του σχολείου.
Απόγευμα ήταν και όπως σταμάτησε το λεωφορείο από την Τρίπολη ,είδα τον μπάρμπα μου, αδελφό του πατέρα μου και μπήκα μέσα στο λεωφορείο, να τους χαιρετήσω.
Ο μπάρμπας ερχόταν με την ετοιμόγεννη θειά μου από τον γιατρό και μου λέει,'' έλα ,κάτσε να πάμε στο Μπεντένι.
Το λεωφορείο θα μας πάει μέσα στο σπίτι''.
Χαρούμενος εγώ για την βόλτα έκατσα στο λεωφορείο.
Κατεβήκαμε στο ΄Αγαλι και το πήραμε με τα πόδια για το Μπεντένι.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

