΄Ενα από τα τρία αδέλφια του μπάρμπα Γιώργη ήταν ο Σωτήρος. Ο άλλος ήταν παπάς.
Ο θείος Σωτήρος ήταν καλόγνωμος άνθρωπος, ευγενική ψυχή με πολύ χιούμορ.
Στο σπίτι του στην Χωτούσα έμενε και η μάνα του, μια πολλή καλή και χιλιοβασανισμένη γριούλα.
Κάποια φορά , μικρό παιδάκι εγώ πρώτης Δημοτικού ,είχα πάει για καλοκαίρι στην Χωτούσα κι έπαιζα με τα άλλα παιδιά στην αυλή του σχολείου.
Απόγευμα ήταν και όπως σταμάτησε το λεωφορείο από την Τρίπολη ,είδα τον μπάρμπα μου, αδελφό του πατέρα μου και μπήκα μέσα στο λεωφορείο, να τους χαιρετήσω.
Ο μπάρμπας ερχόταν με την ετοιμόγεννη θειά μου από τον γιατρό και μου λέει,'' έλα ,κάτσε να πάμε στο Μπεντένι.
Το λεωφορείο θα μας πάει μέσα στο σπίτι''.
Χαρούμενος εγώ για την βόλτα έκατσα στο λεωφορείο.
Κατεβήκαμε στο ΄Αγαλι και το πήραμε με τα πόδια για το Μπεντένι.
Προσδοκούσε ο κακομοίρης ότι θα γένναγε η θειά μου την νύχτα και το πρωί θα με γύριζε στην Χωτούσα.
΄Ομως η θειά μου είχε δύσκολη εγκυμοσύνη και δεν γέννησε.
΄Ασε που όλοι ασχολούνταν μαζί της κι εγώ δεν ήξερα κανέναν, ενώ στην Χωτούσα είχα τους φίλους μου .
Φαγώθηκα να φύγω.
Η γιαγιά μου, που είχε την έννοια της ετοιμόγεννης, μου έλεγε ''ύστερα μάτι μου'' και πάλι ''ύστερα μάτι μου ''
΄Εβαλα τα κλάματα και προφανώς για να αποφύγει την γκρίνια μου, με έβαλε στο γαϊδούρι και με άφησε στα αμπέλια, πολύ πριν το προσκυνητάρι του ΄Αη Γιώργη.
Βιαζόταν να γυρίσει, μήπως στο μεταξύ γεννήσει η θειά μου...
Εγώ το έβαλα στην τρεχάλα για την Χωτούσα.
Τα πόδια στ' αυτιά !
΄Οταν έφθασα στο κάμπο , πίσω ,λίγο μακρυά ,ερχόταν με τα ζά ο μπάρμπα Σωτήρος, ο οποίος προφανώς με γνώρισε ( ήμουνα αγαπημένο ανηψιοεγγόνι του ) και θέλησε να μου κάνει πλάκα.
΄Αρχισε λοιπόν να φωνάζει δυνατά, ''άάάάρττττττ !!! έέέέηηηηηη !!! τρεχάτε , έρχονται οι Γερμανοί !''
Γυρίζω εγώ, βλέπω στην τρεχάλα μου επάνω μια φιγούρα με τα αλογομούλαρα κι έγινα ....μπουχός !
Λούης ! όπως λέγανε τότε στην Χωτούσα για κάποιον που έτρεχε γρήγορα, προς τιμή του Ολυμπιονίκη Σπύρου Λούη στην Ολυμπιάδα του 1896.
΄Εφθασα στο σπίτι και μετά από λίγο ήλθε κι ο μπάρμπα Σωτήρος ...λυμένος στα γέλια.΄!
Με πήρε στην αγκαλιά του και μου είπε ''Φοβήθηκες μάτι μου ? Φοβούνται ωρέ οι Κουρεμενέοι ? '' Κι εγώ διστακτικά , μέσα από το σφιχταγκάλιασμα του θείου Σωτήρου απήντησα ξέπνοα,
''τσ'' =όχι !
Ο θείος Σωτήρος ήταν καλόγνωμος άνθρωπος, ευγενική ψυχή με πολύ χιούμορ.
Στο σπίτι του στην Χωτούσα έμενε και η μάνα του, μια πολλή καλή και χιλιοβασανισμένη γριούλα.
Κάποια φορά , μικρό παιδάκι εγώ πρώτης Δημοτικού ,είχα πάει για καλοκαίρι στην Χωτούσα κι έπαιζα με τα άλλα παιδιά στην αυλή του σχολείου.
Απόγευμα ήταν και όπως σταμάτησε το λεωφορείο από την Τρίπολη ,είδα τον μπάρμπα μου, αδελφό του πατέρα μου και μπήκα μέσα στο λεωφορείο, να τους χαιρετήσω.
Ο μπάρμπας ερχόταν με την ετοιμόγεννη θειά μου από τον γιατρό και μου λέει,'' έλα ,κάτσε να πάμε στο Μπεντένι.
Το λεωφορείο θα μας πάει μέσα στο σπίτι''.
Χαρούμενος εγώ για την βόλτα έκατσα στο λεωφορείο.
Κατεβήκαμε στο ΄Αγαλι και το πήραμε με τα πόδια για το Μπεντένι.
Προσδοκούσε ο κακομοίρης ότι θα γένναγε η θειά μου την νύχτα και το πρωί θα με γύριζε στην Χωτούσα.
΄Ομως η θειά μου είχε δύσκολη εγκυμοσύνη και δεν γέννησε.
΄Ασε που όλοι ασχολούνταν μαζί της κι εγώ δεν ήξερα κανέναν, ενώ στην Χωτούσα είχα τους φίλους μου .
Φαγώθηκα να φύγω.
Η γιαγιά μου, που είχε την έννοια της ετοιμόγεννης, μου έλεγε ''ύστερα μάτι μου'' και πάλι ''ύστερα μάτι μου ''
΄Εβαλα τα κλάματα και προφανώς για να αποφύγει την γκρίνια μου, με έβαλε στο γαϊδούρι και με άφησε στα αμπέλια, πολύ πριν το προσκυνητάρι του ΄Αη Γιώργη.
Βιαζόταν να γυρίσει, μήπως στο μεταξύ γεννήσει η θειά μου...
Εγώ το έβαλα στην τρεχάλα για την Χωτούσα.
Τα πόδια στ' αυτιά !
΄Οταν έφθασα στο κάμπο , πίσω ,λίγο μακρυά ,ερχόταν με τα ζά ο μπάρμπα Σωτήρος, ο οποίος προφανώς με γνώρισε ( ήμουνα αγαπημένο ανηψιοεγγόνι του ) και θέλησε να μου κάνει πλάκα.
΄Αρχισε λοιπόν να φωνάζει δυνατά, ''άάάάρττττττ !!! έέέέηηηηηη !!! τρεχάτε , έρχονται οι Γερμανοί !''
Γυρίζω εγώ, βλέπω στην τρεχάλα μου επάνω μια φιγούρα με τα αλογομούλαρα κι έγινα ....μπουχός !
Λούης ! όπως λέγανε τότε στην Χωτούσα για κάποιον που έτρεχε γρήγορα, προς τιμή του Ολυμπιονίκη Σπύρου Λούη στην Ολυμπιάδα του 1896.
΄Εφθασα στο σπίτι και μετά από λίγο ήλθε κι ο μπάρμπα Σωτήρος ...λυμένος στα γέλια.΄!
Με πήρε στην αγκαλιά του και μου είπε ''Φοβήθηκες μάτι μου ? Φοβούνται ωρέ οι Κουρεμενέοι ? '' Κι εγώ διστακτικά , μέσα από το σφιχταγκάλιασμα του θείου Σωτήρου απήντησα ξέπνοα,
''τσ'' =όχι !
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου