Στις ρίζες του δένδρου των αναμνήσεων υπάρχει μια θολή, αλλά πολύ έντονη θύμηση-κειμήλιο.
Παιδάκι εγώ, γύρω στα τρία, είχα επισκεφθεί την προγιαγιά μου στην σπιτοκαθησιά της.
Στο σπίτι του Σωτήρου του γιου της, όπου γεροκομιότανε.
Εκεί είχε μια καμαρούλα και θυμάμαι, ότι την βρήκα ''γερτή'' στο κρεβάτι της.
Με καλωσόρισε , με αγκάλιασε και με φίλησε, δείχνοντάς μου την αγάπη πλέρια.
΄Ημουνα εξάλλου το πρωτοδισέγγονό της...
Κάποια στιγμή θέλησε να με φιλέψει .
΄Εβγαλε ,κρυφά, κάτω από το κρεβάτι ένα τσίγκινο κουτί και το άνοιξε.
Είχε μέχρι πάνω ζάχαρη.
΄Εχωσε τα ροζιασμένα δάκτυλά της μέσα στην ζάχαρη, ψαχούλεψε για λίγο και βρήκε κάτι κρυμμένες καραμέλες και μου τις έδωσε.
Μια γλυκειά σκηνή ,που χαράχτηκε στο παιδιάστικο μυαλό μου και πετάγεται μπροστά μου, κάθε φορά που βλέπω καραμέλες ή τσίγκινο κουτί με ζάχαρη....
Η γρια Κουρεμέναινα....
Η Τασιά ,όπως την έλεγαν, γυναίκα του Θοδωρή του Κουρεμένου, που η κακιά η ώρα ,στην ανατολή του 20-ου αιώνα (κάπου στα 1910), τον έστειλε φυλακισμένο στου.... Κολοκοτρώνη το κελί.
Στ' Ανάπλι.
Νέα γυναίκα , γύρω στα 30 , η κυρά Τασιά ,βρέθηκε μόνη με τρία κουτσούβελα .
Της ήλθε ο ουρανός σφοντύλι.
Ελεύθερη πολιορκημένη .... από την φτώχεια, την ανέχεια,την μοχθηρία και την περιφρόνηση του κόσμου, την απειλή της ''βεντέτας''.
- Ζεις εσύ σε τέτοια κατάσταση ή σου σαλεύει το μυαλό ?
Κι όμως .!
΄Εκανε την δυστυχία μαλλί και την έξανε στην ρόκα της.
΄Εγινε άντρας και γυναίκα μαζί. Μάνα και πατέρας.
Ολημερίς σκλάβα στην δουλειά να αναθρέψει τα παιδιά της και βδομάδα παρά βδομάδα ποδαρόδρομο, που κράταγε δυο-τρεις μέρες, μέχρι τις φυλακές του Αναπλιού.
Να πάει λίγο ψωμί και φρεσκοπλυμένα ρούχα στον άντρα της.
Να του δώσει δύναμη κι αγάπη.
Να του πει χαιρετίσματα από τα παιδιά.
Να τον διαβεβαιώσει ότι περνάνε καλά και ότι τα εναπομείναντα αδέλφια του τους προστατεύουν.
Αλήθειες και ψέμματα, για να του μελώσει την νοσταλγία και να του κανακέψει το κουράγιο.
Μέχρι που κάποια φορά, που πήγε με καρούμπαλο στο κούτελο, από το ξύλο που είχε φάει από τον αψίκορο τον αδελφό του τον Αντρέα, (όταν υπερασπίσθηκε την γυναίκα του που την έδειρε), έριξε το φταίξιμο στον γιο της τον Γιώργη.
Θοδωρής....''ποιός σε χτύπησε εκεί Τασιά ?''
Τασιά.... ''Δεν είναι τίποτα Θοδωρή μου. Ο Γιώργης πέταξε μια πέτρα και με πήρε κατά λάθος. Τι φταίει το παλιόπαιδο?...''
Και ο Θοδωρής ...''Αμ δεν είναι αυτό από πετριά του Γιώργη. Αυτό φαίνεται για γαϊδουροκλωτσιά του Αντρέα''.
Λίγο αργότερα ήλθε και το κτύπημα της μοίρας...
Ο θάνατος του άντρα της, από την στενοχώρια του μέσα στο κελί.
Η χηρεία με τα παιδιά μικρά .
Η απώλεια του στηρίγματός της στην ζωή.
Η ορφάνια των παιδιών.
.Και όλα αυτά σε μια εκρηκτική ατμόσφαιρα
Σε ένα κλίμα όπου ''κανείς δεν έδινε του αγγέλου του νερό !''
Η κυρά Τασιά όμως ήταν βράχος. Λυγάει ο βράχος ?
΄Εμεινε ακλόνητη, ατσάλινη κι αταλάντευτη από του πεπρωμένου τα χτυπήματα..
Αρχόντισσα και κυρία .
Με τις κακουχίες και τις στερήσεις έφτιαξε ασπίδα, για να αφήσει έξω από τα παιδιά της την μιζέρια
Τα μεγάλωσε μόνη της με ηθικές αρχές κι αξίες.
Μέχρι που τον ένα κατάφερε και τον σπούδασε , κι έγινε παπάς.
΄Εβαλε τις βάσεις , για να έχει απογόνους ο Θοδωρής ο Κουρεμένος σ' όλο τον κόσμο.
Και να διαπρέπουν.
Τιμώντας το όνομά του και την κυρά Τασιά.-
( Σημαντική η συνεισφορά του Παύλου Κ. )
Παιδάκι εγώ, γύρω στα τρία, είχα επισκεφθεί την προγιαγιά μου στην σπιτοκαθησιά της.
Στο σπίτι του Σωτήρου του γιου της, όπου γεροκομιότανε.
Εκεί είχε μια καμαρούλα και θυμάμαι, ότι την βρήκα ''γερτή'' στο κρεβάτι της.
Με καλωσόρισε , με αγκάλιασε και με φίλησε, δείχνοντάς μου την αγάπη πλέρια.
΄Ημουνα εξάλλου το πρωτοδισέγγονό της...
Κάποια στιγμή θέλησε να με φιλέψει .
΄Εβγαλε ,κρυφά, κάτω από το κρεβάτι ένα τσίγκινο κουτί και το άνοιξε.
Είχε μέχρι πάνω ζάχαρη.
΄Εχωσε τα ροζιασμένα δάκτυλά της μέσα στην ζάχαρη, ψαχούλεψε για λίγο και βρήκε κάτι κρυμμένες καραμέλες και μου τις έδωσε.
Μια γλυκειά σκηνή ,που χαράχτηκε στο παιδιάστικο μυαλό μου και πετάγεται μπροστά μου, κάθε φορά που βλέπω καραμέλες ή τσίγκινο κουτί με ζάχαρη....
Η γρια Κουρεμέναινα....
Η Τασιά ,όπως την έλεγαν, γυναίκα του Θοδωρή του Κουρεμένου, που η κακιά η ώρα ,στην ανατολή του 20-ου αιώνα (κάπου στα 1910), τον έστειλε φυλακισμένο στου.... Κολοκοτρώνη το κελί.
Στ' Ανάπλι.
Νέα γυναίκα , γύρω στα 30 , η κυρά Τασιά ,βρέθηκε μόνη με τρία κουτσούβελα .
Της ήλθε ο ουρανός σφοντύλι.
Ελεύθερη πολιορκημένη .... από την φτώχεια, την ανέχεια,την μοχθηρία και την περιφρόνηση του κόσμου, την απειλή της ''βεντέτας''.
- Ζεις εσύ σε τέτοια κατάσταση ή σου σαλεύει το μυαλό ?
Κι όμως .!
΄Εκανε την δυστυχία μαλλί και την έξανε στην ρόκα της.
΄Εγινε άντρας και γυναίκα μαζί. Μάνα και πατέρας.
Ολημερίς σκλάβα στην δουλειά να αναθρέψει τα παιδιά της και βδομάδα παρά βδομάδα ποδαρόδρομο, που κράταγε δυο-τρεις μέρες, μέχρι τις φυλακές του Αναπλιού.
Να πάει λίγο ψωμί και φρεσκοπλυμένα ρούχα στον άντρα της.
Να του δώσει δύναμη κι αγάπη.
Να του πει χαιρετίσματα από τα παιδιά.
Να τον διαβεβαιώσει ότι περνάνε καλά και ότι τα εναπομείναντα αδέλφια του τους προστατεύουν.
Αλήθειες και ψέμματα, για να του μελώσει την νοσταλγία και να του κανακέψει το κουράγιο.
Μέχρι που κάποια φορά, που πήγε με καρούμπαλο στο κούτελο, από το ξύλο που είχε φάει από τον αψίκορο τον αδελφό του τον Αντρέα, (όταν υπερασπίσθηκε την γυναίκα του που την έδειρε), έριξε το φταίξιμο στον γιο της τον Γιώργη.
Θοδωρής....''ποιός σε χτύπησε εκεί Τασιά ?''
Τασιά.... ''Δεν είναι τίποτα Θοδωρή μου. Ο Γιώργης πέταξε μια πέτρα και με πήρε κατά λάθος. Τι φταίει το παλιόπαιδο?...''
Και ο Θοδωρής ...''Αμ δεν είναι αυτό από πετριά του Γιώργη. Αυτό φαίνεται για γαϊδουροκλωτσιά του Αντρέα''.
Λίγο αργότερα ήλθε και το κτύπημα της μοίρας...
Ο θάνατος του άντρα της, από την στενοχώρια του μέσα στο κελί.
Η χηρεία με τα παιδιά μικρά .
Η απώλεια του στηρίγματός της στην ζωή.
Η ορφάνια των παιδιών.
.Και όλα αυτά σε μια εκρηκτική ατμόσφαιρα
Σε ένα κλίμα όπου ''κανείς δεν έδινε του αγγέλου του νερό !''
Η κυρά Τασιά όμως ήταν βράχος. Λυγάει ο βράχος ?
΄Εμεινε ακλόνητη, ατσάλινη κι αταλάντευτη από του πεπρωμένου τα χτυπήματα..
Αρχόντισσα και κυρία .
Με τις κακουχίες και τις στερήσεις έφτιαξε ασπίδα, για να αφήσει έξω από τα παιδιά της την μιζέρια
Τα μεγάλωσε μόνη της με ηθικές αρχές κι αξίες.
Μέχρι που τον ένα κατάφερε και τον σπούδασε , κι έγινε παπάς.
΄Εβαλε τις βάσεις , για να έχει απογόνους ο Θοδωρής ο Κουρεμένος σ' όλο τον κόσμο.
Και να διαπρέπουν.
Τιμώντας το όνομά του και την κυρά Τασιά.-
( Σημαντική η συνεισφορά του Παύλου Κ. )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου