Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Θρασύς....

  Ο μπάρμπα Γιώργης ήταν αεικίνητος και με πολλές κοινωνικές γνωριμίες στην ευρύτερη περιοχή.
   Με πολλούς ανθρώπους συναναστρεφόταν ,σε πλειάδα καταστάσεων έμπλεκε....
  ΄Ομως , όπως ήταν σβέλτος ,ήταν και αίλουρος.
  Και στα δύσκολα,  εύστροφος και θρασύς.
  Κάποια φορά, πριν πολλά-πολλά χρόνια, είχε ''συνευρεθεί'' κάποιος με μια από το χωριό και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης (μάλλον) ,της έβαλε στην τσέπη ένα δεκάρικο (δέκα δραχμές).
  Για κάποιο λόγο αυτό διέρρευσε.
  Τι διέρρευσε δηλαδή ,έγινε βούκινο σ' όλη την περιοχή....
  Τα κουτσομπολιά έδιναν κι έπαιρναν με τις συνεπακόλουθες επαυξήσεις, για να είναι πιο γαργαλιστικές οι πληροφορίες.

Η κυρά - Τασιά Κουρεμένου

     Στις ρίζες του δένδρου των αναμνήσεων υπάρχει μια θολή, αλλά πολύ έντονη θύμηση-κειμήλιο.
  Παιδάκι εγώ, γύρω στα τρία, είχα επισκεφθεί την προγιαγιά μου στην σπιτοκαθησιά της.
  Στο σπίτι του Σωτήρου του γιου της, όπου γεροκομιότανε.
  Εκεί είχε μια καμαρούλα και θυμάμαι, ότι την βρήκα ''γερτή'' στο κρεβάτι της.
  Με  καλωσόρισε , με αγκάλιασε και  με φίλησε, δείχνοντάς μου την αγάπη πλέρια.
 ΄Ημουνα εξάλλου το πρωτοδισέγγονό της...
  Κάποια στιγμή θέλησε να με φιλέψει .
  ΄Εβγαλε  ,κρυφά, κάτω από το κρεβάτι ένα τσίγκινο κουτί και το άνοιξε.
  Είχε μέχρι πάνω ζάχαρη.
  ΄Εχωσε τα ροζιασμένα δάκτυλά της μέσα στην ζάχαρη, ψαχούλεψε για λίγο και βρήκε κάτι κρυμμένες καραμέλες και μου τις έδωσε.
  Μια  γλυκειά σκηνή ,που χαράχτηκε στο παιδιάστικο μυαλό μου και πετάγεται μπροστά μου, κάθε φορά που βλέπω καραμέλες ή τσίγκινο κουτί με ζάχαρη....
  Η γρια Κουρεμέναινα....

...Ματιασμένος !

     Ο μπάρμπα Γιώργης δεν ήταν κι ο πιο εύκολος άνθρωπος.
  Είχε συμπάθειες και αντιπάθειες στο χωριό.
  Τις υποθέσεις του τις διεκπεραίωνε με απέραντο εγωισμό.
  Δεν ήταν διαλλακτικός, σε ό,τι είχε, να κάνει, με τα συμφέροντά του.
  Τα έλυνε τα θέματα με απολυτότητα και με την ορμή του ...κριαριού.
  Πολλές φορές έκανε και λάθη.
  Είχε όμως ένα τρόπο να ελίσσεται,χωρίς να κάνει πίσω ή να παραδεχτεί το λάθος του.
  Επιστράτευε την ετοιμολογία του και την σπάνια εξυπνάδα του,για να περάσει και την πιο μεγάλη προσβολή.
  Κάποτε κάποιος συγχωριανός, που είχε μάθει κάτι και του ''είχε κρατούμενα'' ,όταν τον συνάντησε στο δρόμο, τον έφτυσε στα μούτρα.
  Ο μπάρμπα Γιώργης ήξερε το σφάλμα του , αλλά έπρεπε και για να προσπεράσει την προσβολή, που του έκανε με το φτύσιμο.
  Του είπε λοιπόν...''.Σε 'φχαρστώ. Καλά μου κάνεις, γιατί ήμουνα ματιασμένος. !!!''
 Τέτοια ευστροφία είχε...

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Φοβούνται ωρέ, οι Κουρεμενέοι ;

     Κάποια φορά θέλησα , μεγάλος πια, να κάνω πλάκα στον μπάρμπα Γιώργη, τον παππού μου, ενθυμούμενος τα λόγια ,που μου είχε πεί ο θείος Σωτήρος στην πρωτόλεια μύηση ,στο ''τσαγανό'' και στην αφοβία της οικογένειας.
   Του λέω λοιπόν με ύφος σοβαρό.
   Τελικά ''φοβούνται οι Κουρεμενέοι ;'' 
  Πετάχθηκε πάνω σαν ελατήριο.

Ο μπάρμπα Σωτήρος κι εγώ ....μπουχός !

    ΄Ενα από τα τρία αδέλφια του μπάρμπα Γιώργη ήταν ο Σωτήρος. Ο άλλος ήταν παπάς.
   Ο θείος Σωτήρος ήταν καλόγνωμος άνθρωπος, ευγενική ψυχή με πολύ χιούμορ.
  Στο σπίτι του στην Χωτούσα έμενε και η μάνα του, μια πολλή καλή και χιλιοβασανισμένη γριούλα.  
  Κάποια φορά , μικρό παιδάκι εγώ πρώτης Δημοτικού ,είχα πάει για καλοκαίρι στην Χωτούσα κι έπαιζα με τα άλλα παιδιά στην αυλή του σχολείου.
  Απόγευμα ήταν και όπως σταμάτησε το λεωφορείο από την Τρίπολη ,είδα τον μπάρμπα μου, αδελφό του πατέρα μου και μπήκα μέσα στο λεωφορείο, να τους χαιρετήσω.
  Ο μπάρμπας ερχόταν με την ετοιμόγεννη θειά μου από τον γιατρό και μου λέει,'' έλα ,κάτσε να πάμε στο Μπεντένι.
Το λεωφορείο θα μας πάει μέσα στο σπίτι''.
  Χαρούμενος εγώ για την βόλτα έκατσα στο λεωφορείο.
  Κατεβήκαμε στο ΄Αγαλι και  το πήραμε με τα πόδια για το Μπεντένι.

....παπάς δεν λωβοδένει !

   Ο μπάρμπα Γιώργης είχε έναν μικρότερο αδελφό παπά.
   ΄Ησαν και οι δυο ισχυροί χαρακτήρες με έντονη προσωπικότητα και παρ' ότι αγαπιόντουσαν, γιατί είχαν μεγαλώσει ορφανά, αρκετές φορές διαφωνούσαν και δεν μιλιόντουσαν.
   Τότε ο μπάρμπα Γιώργης που δεν χάριζε ''κάστανα'' ,σε όποιον του έλεγε για τον παπά ,απαντούσε με το στιχάκι....
''΄Αγαλι- Πανάγαλι
 Χωτούσα και Μπεντένι ....
  παπάς δεν λωβοδένει !''  παιδίίί !!!
   Κουνούσε το κεφάλι του με νόημα κι έφευγε, θεωρώντας ότι σημείο αναφοράς στο χωριό ήταν αυτός και όχι ο παπάς !
   ΄Ολοι οι άλλοι, μαζί κι ο παπάς ,ήσαν περαστικοί !

Το αυγό στην τσέπη της γρια Σταθούλας !!!

    Σύζυγος του μπάρμπα Γιώργη ήταν η γριά Σταθούλα.
   Μια καλοκάγαθη γυναίκα, αδύνατη και ταλαιπωρημένη.
  ΄Ετρεχε από τα χαράματα μέχρι το άλλο πρωί.
  Από το σπίτι στα γίδια, από τα γίδια στα χωράφια κι απ΄εκεί στο σπίτι και πάλι στα γίδια.
  Μια φορά λοιπόν η γριά Σταθούλα πήγε στο κοτέτσι και βρήκε ένα αυγό.
  Πράγμα εξαιρετικά σπάνιο, γιατί οι κότες δεν τοσοέκαναν αυγά ( με τι τροφή άλλωστε ?).
  Πήρε λοιπόν το αυγό και το έβαλε μέσα στην μεγάλη τσέπη του φουστανιού της.
   (Τα αυγά τότε είχαν μεγάλη αξία, γιατί εκτός από την διατροφή χρησίμευαν και ως συναλλακτικό είδος.Με αυγά αγόραζαν από τον έμπορο πράγματα...)

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Σύνταξη ''στραβωμάρας''

    Μια φορά ο μπάρμπα Γιώργης, στα τελειώματα της ζωής του ,πέρναγε από επιτροπή στην Τρίπολη για σύνταξη ''στραβωμάρας'', όπως έλεγε.
   Τότε αχνοέβλεπε ακόμη και πριν πάει στην επιτροπή, πέρασε και από το γραφείο του βουλευτή, που του είχε συστήσει την διαδικασία.
   Βουλευτής ''Μην ανησυχείς Γιώργη, έχω μιλήσει στον γιατρό, τυπικές διαδικασίες. Μην έχουμε και την απαίτηση να σου στείλουν την σύνταξη στο χωριό, έτσι...''
   Ο μπάρμπα Γιώργης , που πολλά είχαν δει τα μάτια του κι ακούσει τ' αυτιά του , δεν άφηνε τίποτα στην τύχη.
   Μπαίνει μέσα στην επιτροπή συνοδευόμενος ''αγκαζέ'' από κάποιον από το χωριό, στον οποίο είπε να τον περιμένει ''όξω απ'την πόρτα''.
   Οι γιατροί της επιτροπής του λένε ''Καθήστε κύριε, να μας πείτε το πρόβλημά σας''.

'' Για κοίτα γενιές που χάθηκαν ....

   Ο μπάρμπα Γιώργης είχε το προσωνύμιο ''Νομάρχης'' στην Χωτούσα, γιατί διεκπεραίωνε με ευκολία καταστάσεις, που για άλλους ήταν δύσκολο ή αδύνατο.
   Είχε ευφράδεια και ταλέντο στην επικοινωνία.
  Θυμάται ο Παύλος Κ., θέλοντας να σκιαγραφήσει την πολυσχιδή προσωπικότητα του μπάρμπα Γιώργη.
      Μια φορά ο μπάρμπα Γιώργης είχε πάει στο Δικαστήριο για υπόθεσή του.
  ΄Αρχισε να επιχειρηματολογεί με σθένος και παρρησία, λέγοντας τα πράγματα, όπως τα είχε φτιάξει στο μυαλό του.
  Ο δικαστής στην έδρα τον άκουγε αποσβολωμένος.Κάποια στιγμή τον ρωτάει....
 ''Τι δουλειά κάνετε ?''
  Μπάρμπα Γιώργης  ''Τσοπάνης,κτηνοτρόφος''
  Γυρνάει τότε ο δικαστής στην έδρα και λέει χαμηλόφωνα.
  ''Για κοίτα γενιές που χάθηκαν ...''
  ΄Εκλεψε την παράσταση ο μπάρμπα Γιώργης !!
  (Αναμνήσεις του Παύλου Κ. )

Γιαυτό δεν αγροικάς τίποτα !!!

   Ο Γεώργιος Κουρεμένος ήταν αστείρευτη πηγή έμπνευσης και χιούμορ.
  Ετοιμόλογος,πολύξερος και με ταχύτατη σκέψη.
 ΄Ηξερε να φέρνει την κουβέντα στα μέτρα του και να κυριαρχεί.
  Με το ιδιότυπο στυλ του ήταν διεισδυτικός,καυστικός,θαρραλέος.
 Δεν περνούσε απαρατήρητος κι έτσι έχουν πολλοί να θυμούνται ανέκδοτα κι ευτράπελα, από την ζωή του.
 ΄Οπως ο Παύλος Κ, ο οποίος μας θυμίζει...
  ''Μια φορά ο μπάρμπα-Γιώργης είχε εμπλοκή με την Αστυνομία ,κι ήθελε να ''καπακώσει'' τον Αστυφύλακα.
 Να τον μπλοκάρει και να του κόψει το ''τουπέ'', τον ''τσαμπουκά''.
.Μπάρμπα Γιώργης  ''Σαράντα νυχογιδοπόδαρα πόσες γίδες είναι παιδί ?'' ρωτάει τον Αστυφύλακα.
Αστυφύλακας  ''Πού να ξέρω ρε μπάρμπα.''
Μπάρμπα Γιώργης  ''Από που είσαι παιδί ?''
Αστυφύλακας  ''Από το Αγρίνιο μπάρμπα.''.
Μπάρμπα Γιώργης '' Γιαυτό δεν αγροικάς τίποτα παιδί !!!''
Τέζα ο Αστυφύλακας.!!!!!

Ο μπαρμπα-Γιώργης ήξερε !!!!

    Ο μπάρμπα-Γιώργης ήταν ένας θυμόσοφος γέρος,εμβληματική φυσιογνωμία της Χωτούσας τον περασμένο αιώνα.
   Κοινωνικός,πρωτολογίτης,ατακαδόρος...
   Κάποια φορά πήγε στο χωριό ,ένας πατριώτης με τον γιο του και με τα πολλά ,είπε και τον προβληματισμό τους.
  -Μπάρμπα, τον γιο μου τον θέλουν πολλές γυναίκες και βρίσκεται σε δίλημμα.'Αλλη θέλει αυτός , άλλη κρίνω εγώ και διαφωνούμε.
   Ποια  λες εσύ να διαλέξει, πού'σαι έξυπνος άνθρωπος ?.
   Ο μπαρμπα-Γιώργης του λέει...
  -Θα σου πω παιδί μια ιστορία....
   Κάποτε ένας νεαρός επισκέφθηκε τον σοφό Σωκράτη και του ζήτησε την γνώμη του .
   Του είπε....     
   ''-Δάσκαλε με θέλουν τρεις γυναίκες για σύζυγο.
   Η μια είναι όμορφη και πλούσια,η άλλη είναι πολύ μορφωμένη και η τρίτη είναι λίγο ομορφούλα ,με ψυχή μάλαμα,αλλά φτωχή.
  Ποια από τις τρείς λες εσύ, πού'σαι σοφός άνθρωπος ,να διαλέξω ?''
   Ο σοφός Σωκράτης κοίταξε πέρα μακρυά, με το βλέμμα της διαίσθησης ,και του είπε.
  ''Σήκω εσύ να κάτσω εγώ. Πάψε εσύ να πώ εγώ. ΄Ο,τι πείς εσύ άντρα μου.''
  Ο νεαρός μετά τα λόγια του Σωκράτη τον ευχαρίστησε κι έφυγε.
  Αυτό σου λέω κι εγώ,παιδί,είπε ο μπαρμπα-Γιώργης.
  Ελπίζω να κατάλαβες ....
  Κι έφυγε για το Καρκουλωτό.....

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Το χρέος

     ΄Ενα τσορομπίλι φεύγει στα τριάμισι χρόνια από το χωριό, που γεννήθηκε.....
   Tο ξαποστέλνει η ανέχεια μαζί  με την πεντάφτωχη οικογένειά του στην μετανάστευση, σε πιο εύφορα μέρη  για να θεριέψει η ελπίδα !.
   Ξεκινάει ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.!
   Καβάλα στο ταπεινό οικογενειακό γαϊδουράκι, πάνω που έμαθε να ιππεύει ,κατηφορίζει τον κακοτράχαλο δρόμο και κοιτάζει πίσω με ξεπλυμένα απ' το κλάμα μάτια.
   (΄Ισως νά'χει την σημειολογία του αυτός ο δρόμος.Φεύγεις τρέχοντας και γυρνάς με δυσκολία !)
  Το μόνο γνώριμο μέρος της τρυφερής ζωής του ,τα σπίτια και τα καμποχώραφα, το Καρκουλωτό με τα πρίνια και το μαντρί , τα ζά και τα γίδια, τα λιβάδια  οι στρούγκες και τα στανοτόπια, χάνονται σιγά- σιγά απ' το κάδρο, που αγκαλιάζει την ύπαρξή  του.
  Ξεφτίζουν τα αρώματα,που το αναθρέψαν,τα χρώματα που το συντρόφεψαν, τα παιδικά τραγούδια που τον νανούρισαν.
  Κρατιέται το τσορομπίλι στο σαμάρι απ' το κολιτσάκι και καρφώνει το βλέμμα πίσω του.